Home » History » In Defense of Leon Trotsky

Στην Υπεράσπιση του Λέων Τρότσκι

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Είναι δύσκολο να σκεφτούμε κάποια άλλη μορφή μέσα στον εικοστό αιώνα, και ίσως στην παγκόσμια ιστορία, που η ζωή της έχει γίνει το αντικείμενο μιας τόσο αδιάκοπης εξύβρισης και πλαστογράφησης όσο αυτή του Λέων Τρότσκι. Η ιδιόμορφη ένταση της έχθρας προς τον Λέων Τρότσκι, που εξακολουθεί να υπάρχει ακόμη και 70 χρόνια μετά τον θάνατο του, είναι συνυφασμένη με τον μοναδικό ιστορικό του ρόλο. Ο Τρότσκι ήταν ταυτόχρονα ο ηγέτης της πρώτης σοσιαλιστικής επανάστασης και επίσης ο αδυσώπητος αντίπαλος του Σταλινικού καθεστώτος το οποίο στην συνέχεια πρόδωσε αυτήν την επανάσταση. Η Σοβιετική Ένωση δεν υπάρχει πια και το Σταλινικό καθεστώς έχει εξαφανιστεί μέσα στον «σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας.» Όμως ο Τρότσκι παραμένει μία επίμονα σύγχρονη πολιτική μορφή. Η σημασία της ζωής του μέσα στην παγκόσμια ιστορία ξεπερνά τον ρόλο του στην Ρώσικη Επανάσταση. Ο Λέων Τρότσκι ήταν, πάνω από όλα τα άλλα, ο μεγάλος υπερασπιστής και θεωρητικός της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης. Η δύναμη των συναισθημάτων που προκαλεί το όνομα του αποτελεί απόδειξη ότι οι ιδέες του Τρότσκι εξακολουθούν επίμονα να έχουν σημασία. Tα επιχειρήματα που προβάλλονται για τον Τρότσκι ποτέ δεν είναι απλά για ό,τι έγινε στο παρελθόν, αλλά είναι, εξίσου, για ό,τι συμβαίνει στον κόσμο σήμερα και για ό,τι είναι πιθανό να συμβεί στο μέλλον.

Τον Οκτώβρη του 1917 έπαιξε, δίπλα στον ίδιο τον Λένιν, τον πιο σημαντικό ρόλο στην κατάληψη της εξουσίας απο τους Μπολσεβίκους. Ο ρόλος του στην ανατροπή της αστικής Προσωρινής Κυβέρνησης δεν ήταν περιορισμένος στην λειτουργική ηγεσία της επαναστατικής εξέγερσης στην Πετρούπολη. Παρόλο που ο Λένιν, μεταξύ του Απρίλη και του Οκτώβρη του 1917, ήταν αυτός που κατεύθυνε πολιτικά το Μπολσεβίκικο Κόμμα προς την κατάληψη της κρατικής εξουσίας, η στρατηγική γραμμή του Λένιν πήρε πάρα πολλά στοιχεία από την θεωρία της Διαρκούς Επανάστασης που εκπονήθηκε από τον Τρότσκι. Επιπλέον, η επιβίωση και τελική νίκη του Σοβιετικού καθεστώτος στον εμφύλιο πόλεμο που μαινόταν από το 1918 μέχρι το 1921 όφειλε πάρα πολλά στις δραστηριότητες του Τρότσκι σαν του κύριου στρατιωτικού ηγέτη του Κόκκινου Στρατού.

Όμως το τέλος του εμφύλιου πόλεμου σηματοδότησε μία στροφή στην Σοβιετική ιστορία και στην θέση του Τρότσκι στην Μπολσεβίκικη ηγεσία. Αν και δεν έγινε αμέσως φανερό, η υιοθέτηση το 1921 της Νέας Οικονομικής Πολιτικής με προσανατολισμό προς την αγορά - αναγκαία ανταπόκριση του Σοβιετικού καθεστώτος στις καταστροφικές συνθήκες που υπήρχαν στην χώρα μετά από επτά χρόνια παγκόσμιου πόλεμου, επανάστασης και εμφύλιου πόλεμου - ενίσχυσε πιο συντηρητικές πολιτικές τάσεις μέσα στο Ρωσικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Αυτή η διαδικασία οξύνθηκε από την απορρόφηση μεγάλου τμήματος κομματικών στελεχών, συμπεριλαμβανομένων και πολλών «Παλιών Μπολσεβίκων», στην γοργά επεκτεινόμενη κρατική και κομματική γραφειοκρατία. Η οπισθοχώρηση που υπόστηκαν τα επαναστατικά κινήματα στην κεντρική και δυτική Ευρώπη απο το 1919 μέχρι το 1923, ιδιαίτερα στην Γερμανία, απόκλεισε την δυνατότητα να ανακουφιστούν τα τεράστια κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε το Σοβιετικό καθεστώς μέσα απο την έγκαιρη εγκαθίδρυση φιλικών σοσιαλιστικών καθεστώτων.

Κάτω από αδυσώπητη ντόπια και διεθνή πίεση, η πολιτική βάση μέσα στο κόμμα για ένα επαναπροσδιορισμό των βασικών στόχων του σοβιετικού καθεστώτος αυξήθηκε - μακριά από την παγκόσμια επαναστατική προοπτική που είχε εμπνεύσει την Οκτωβριανή Επανάσταση, και με την οποία ο Τρότσκι είχε ανεξίτηλα ταυτιστεί. Πριν από το 1923 είχε γίνει αποδεκτό σαν βασική πρόταση της Μαρξιστικής θεωρίας ότι η ανάπτυξη του σοσιαλισμού στην Ρωσία δεν μπορούσε να επιτευχθεί σε εθνική βάση. Η Ρωσία, με κύρια αγροτικό πληθυσμό και περιορισμένη βιομηχανική βάση, στερούνταν τους πόρους για μια σοσιαλιστική αναδιοργάνωση της οικονομίας της. Ενώ ήταν αναγκαίο για την Σοβιετική κυβέρνηση να εργάζεται υπομονετικά για την ανάπτυξη των οικονομικών θεμελίων μιας σοσιαλιστικής οικονομίας, η επιτυχία του επαναστατικού προγράμματος εξαρτιόταν από την νίκη της εργατικής τάξης στα αναπτυγμένα κέντρα του καπιταλισμού. Ωστόσο, αυτή η διεθνιστική προοπτική έδωσε την θέση της σε μία, ουσιαστικά, αντίληψη αυτάρκειας της οικονομικής ανάπτυξης της ΕΣΣΔ σαν εθνικού κράτους. Η νέα προοπτική βρήκε έκφραση στο πρόγραμμα του «σοσιαλισμού σε μια χώρα» που προτάθηκε το 1924 από τον Στάλιν και τον Μπουχάριν. Αυτός ο εθνικιστικός αναπροσανατολισμός διασταυρώθηκε με την γραφειοκρατία που ταύτιζε όλο και πιο πολύ την δική της προνομιακή κοινωνική θέση με την εθνική κρατική εξουσία.

Οι προσπάθειες του Τρότσκι το φθινόπωρο του 1923 να τραβήξει την προσοχή στα συμπτώματα της γραφειοκρατικοποίησης μέσα στο Κομμουνιστικό Κόμμα και το Σοβιετικό κράτος προκάλεσαν μία σφοδρή πολιτική αντίδραση, σίγουρο σημάδι ότι η κριτική του προσέκρουσε πάνω σε σημαντικά υλικά συμφέροντα. Η ανίατη τελική ασθένεια του Λένιν, που πέθανε τον Γενάρη του 1924, στέρησε τον Τρότσκι από τον αναντικατάστατο πολιτικό του σύμμαχο. Από τα αρχικά της στάδια, η εκστρατεία ενάντια στον Τρότσκι πήρε την μορφή ιστορικών πλαστογραφήσεων. Οι παραταξιακοί του αντίπαλοι μέσα στο κυβερνών Πολιτικό Γραφείο άρχισαν να διαστρεβλώνουν παλιές πολιτικές διαμάχες πριν το 1917 ανάμεσα στον Λένιν και τον Τρότσκι. Η θεωρία της Διαρκούς Επανάστασης, η οποία, καθώς κατανοούσε κάθε ηγέτης στο κόμμα, αποτελούσε την βάση της κατάληψης της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους, καταδικάστηκε σαν η αρχέτυπη αίρεση του Τρότσκι. Καθώς η πάλη ενάντια στον Τρότσκι και τον «Τροτσκισμό» έπαιρνε διαστάσεις, κάθε συμβολή του Τρότσκι στη νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης αμφισβητήθηκε. Ο Στάλιν είχε γράψει το 1918:

Όλη η πρακτική οργάνωση της εξέγερσης έγινε κάτω από την άμεση ηγεσία του πρόεδρου του Σοβιέτ της Πετρούπολης, τον σύντροφο Τρότσκι. Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι το γοργό πέρασμα της φρουράς στο πλευρό του Σοβιέτ και η τολμηρή εκτέλεση του έργου της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής οφείλεται πρωταρχικά και πάνω από όλα στον σύντροφο Τρότσκι. (1)

Αλλά μόλις έξι χρόνια αργότερα, τον Νοέμβρη 1924, ο Στάλιν υποστήριξε ότι «ούτε μέσα στο Κόμμα ούτε στην εξέγερση του Οκτώβρη, έπαιξε κάποιον ειδικό ρόλο ο Τρότσκι, και ούτε θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο, εφόσον ήταν ένα σχετικά καινούργιο πρόσωπο μέσα στο Κόμμα μας την περίοδο του Οκτώβρη.» (2) Τέτοια ξεδιάντροπα ψέματα δεν προέρχονταν από απλές πολιτικές αντιπαλότητες και ευτελείς ζηλοτυπίες. Κρυμμένα μέσα στα ψέματα ήταν τα υλικά και πολιτικά συμφέροντα της νέας γραφειοκρατικής αφρόκρεμας. Το σταλινικό καθεστώς ήταν αναγκασμένο να πλαστογραφεί την ιστορία για να καλύψει την αντίφαση ανάμεσα στην δημόσια διακήρυξη επαναστατικών αξιώσεων και την έμπρακτη υπεράσπιση υλικών συμφερόντων, ασυμβίβαστων με τον σοσιαλισμό. Έτσι, όπως έγραψε αργότερα ο Τρότσκι, τα ψέματα των Σταλινικών χρησίμευσαν σαν το "ιδεολογικό τσιμέντο της γραφειοκρατίας." (3)

Ο Τρότσκι εκδιώχθηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα και την εκσταλινισμένη Κομμουνιστική Διεθνή προς το τέλος του 1927, και στάλθηκε σε εξορία στην Άλμα-Άτα, κοντά στα σοβιετο-κινεζικά σύνορα. Τον Γενάρη του 1929 εκδιώχθηκε από την Σοβιετική Ένωση. Οι προσπάθειες του Στάλιν να καταστείλει την τεράστια πολιτική επιρροή του Τρότσκι και να εκριζώσει το διαρκές του κύρος μέσα στις Σοβιετικές μάζες, απαιτούσαν την συστηματική πλαστογράφηση της επαναστατικής ιστορίας. Μέσα σε λίγο περισσότερο από μία δεκαετία οι αρχικές διαστρεβλώσεις του 1923-1924 ενάντια στον Τρότσκι μεταλλάχτηκαν στις τερατώδεις σκευωρίες των Δικών της Μόσχας, των οποίων οι εφιαλτικές κατηγορίες ενάντια στον Τρότσκι και όλους τους άλλους κύριους ηγέτες της Οκτωβριανής Επανάστασης έδωσαν στον Στάλιν ένα πρόσχημα για την δολοφονία εκατοντάδων χιλιάδων των πιο εκλεκτών εκπροσώπων της επαναστατικής σοσιαλιστικής διανόησης και της εργατικής τάξης μέσα στην Σοβιετική Ένωση. Καμμία κατηγορία δεν ήταν αρκετά ειδεχθής ή απίστευτη για το σταλινικό καθεστώς. Ο Τρότσκι αποκηρύχτηκε σαν ο μεγαλύτερος εχθρός του Σοβιετικού λαού, ένας δολοφονικός συνωμότης που οργάνωνε πράξεις δολιοφθοράς και τρομοκρατίας ενάντια στην ΕΣΣΔ. Ανάλογα με τις πολιτικές συμμαχίες του Στάλιν, ο Τρότσκι παρουσιαζόταν πότε σαν πράκτορας της φασιστικής Γερμανίας και πότε σαν πράκτορας του Βρετανικού ιμπεριαλισμού.

Εξόριστος στο Μεξικό, ο Τρότσκι παρέμεινε ανυποχώρητος στην πάλη ενάντια στο ολοκληρωτικό καθεστώς του Στάλιν. Καθώς καλούσε στις αρχές του 1937 για την σύσταση μιας διεθνούς επιτροπής έρευνας για τις Δίκες της Μόσχας, o Τρότσκι εξήγησε τι διακυβεύεται με την αναίρεση των ψεμάτων του Στάλιν:

Οι εγκληματικές δίκες της Μόσχας διαπράττονται κάτω από τη σημαία του σοσιαλισμού. Δεν θα παραδώσουμε αυτή τη σημαία στους δεξιοτέχνες του ψεύδους! Αν η γενιά μας είναι τόσο αδύναμη που να μην μπορεί να ιδρύσει τον σοσιαλισμό στη γη, θα παραδώσουμε την σημαία ακηλίδωτη στα παιδιά μας. Η πάλη που είναι μπροστά μας ξεπερνά κατά πολύ την σημασία ατόμων, παρατάξεων και κομμάτων. Είναι η μάχη για το μέλλον ολόκληρης της ανθρωπότητας. Θα είναι σκληρή. Θα είναι μακροχρόνια. Όποιος επιζητεί φυσική άνεση και πνευματική γαλήνη, ας σταθεί στην άκρη. Την εποχή της αντίδρασης, είναι πιο βολικό να στηρίζεται κανείς στην γραφειοκρατία παρά στην αλήθεια. Αλλά για όλους αυτούς που o σοσιαλισμός δεν είναι μια κούφια λέξη αλλά το περιεχόμενο της ηθικής τους ζωής - εμπρός! Ούτε απειλές, ούτε διωγμοί, ούτε βιαιότητες μπορούν να μας σταματήσουν. Ας είναι και πάνω από τα ασπρισμένα κόκκαλα μας, η αλήθεια θα θριαμβεύσει. Η φλόγα μας θα χαράξει το μονοπάτι για αυτήν. Θα υπερνικήσει! Κάτω από όλα τα σκληρά κτυπήματα της μοίρας, θα είμαι ευτυχισμένος, όπως τις καλύτερες μέρες της νιότης μου! Επειδή, φίλοι μου, η μεγαλύτερη ανθρώπινη ευτυχία δεν βρίσκεται στην εκμετάλλευση του παρόντος αλλά στην προετοιμασία του μέλλοντος. (4)

Ο Τρότσκι δολοφονήθηκε τρία χρόνια αργότερα, τον Αύγουστο του 1940, από ένα πράκτορα της Σοβιετικής μυστικής αστυνομίας. Αλλά η εκστρατεία της πλαστογράφησης, με κρατική υποκίνηση, στην οποία τα Σταλινικά κόμματα-δορυφόροι του Κρεμλίνου συμμετείχαν με ενθουσιασμό, συνεχίστηκε για δεκαετίες. Ακόμη και μετά την αποκήρυξη από τον Κρούστσεφ των εγκλημάτων του Στάλιν το 1956, η Σοβιετική Ένωση δεν ανακάλεσε τον αφορισμό της ενάντια στον Τρότσκι. Η ριζοσπαστικοποίηση των εργατών και της νεολαίας την δεκαετία του '60, που συνοδεύτηκε από μία ανανέωση του ενδιαφέροντος για την ζωή και τις ιδέες του Τρότσκι, προκάλεσε, μάλλον, την εντατικοποίηση της πολιτικής και ιδεολογικής εκστρατείας της γραφειοκρατίας του Κρεμλίνου ενάντια στον Τροτσκισμό. Αυτό συνεχίστηκε σχεδόν μέχρι την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Μόνο στα τελευταία σπασμωδικά χρόνια της θητείας του Μιχαήλ Γκορμπατσώφ στο Κρεμλίνο η απεικόνιση του Τρότσκι σαν του μεγαλύτερου εχθρού του σοσιαλισμού έσπασε κάτω από μία πλημμύρα πρόσφατα δημοσιευμένων ιστορικών ντοκουμέντων. Ο αποφασιστικός του ρόλος στην νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης αναγνωρίστηκε, αν και απρόθυμα και με πολλούς περιορισμούς. Ωστόσο, σε αντίθεση με κάθε άλλο Μπολσεβίκο ηγέτη που καταδικάστηκε σε θάνατο στις Δίκες της Μόσχας, η Σοβιετική κυβέρνηση ποτέ δεν αποκατάστησε επίσημα τον Τρότσκι. Αλλά παρά την συνεχιζόμενη, αν και κάπως υποτονική, επίσημη εχθρότητα του Σοβιετικού καθεστώτος, το ενδιαφέρον για την ζωή και τα γραπτά του Τρότσκι αυξήθηκε γοργά μέσα στην Σοβιετική Ένωση. Για πρώτη φορά, Σοβιετικοί ιστορικοί μπορούσαν να ερευνήσουν για πολύ καιρό απρόσιτα Σοβιετικά αρχεία και να αρχίσουν να γράφουν για τον Τρότσκι. Το πιο ξεχωριστό προϊόν αυτής της νέας κατάστασης ήταν το έργο του εκλιπόντος Σοβιετικού κοινωνιολόγου και ιστορικού Βαντίμ Ρογκόβιν (1937-1998), του οποίου η επτάτομη μελέτη της Τροτσκιστικής αντιπολίτευσης στον Σταλινισμό μεταξύ του 1923 και του 1940, έχει πάρει την θέση της σαν αριστούργημα της Σοβιετικής/Ρωσικής ιστορικής λογοτεχνίας.

Θα μπορούσε να περιμένει κανείς ότι η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 θα έφερνε επιτέλους ένα τέλος στην περίοδο των συκοφαντιών ενάντια στον Τρότσκι που διάρκεσε για δεκαετίες. Αν όχι τίποτε άλλο, το κατηγορητήριο του Τρότσκι κατά του Σταλινισμού είχε δικαιωθεί σχεδόν σε κάθε λεπτομέρεια. Ακόμη και οι περιστάσεις κατά την διάλυση της ΕΣΣΔ - όταν η κυβερνώσα γραφειοκρατία στήριξε την επαναφορά του καπιταλισμού και εκμεταλλεύτηκε την εξέλιξη αυτή για τον πλουτισμό αξιωματούχων του κόμματος σε στρατηγικές θέσεις - ακολούθησαν στενά το πολιτικό και οικονομικό σενάριο που προβλέφθηκε από τον Τρότσκι περισσότερο από μισόν αιώνα πριν στην προφητική του Προδομένη Επανάσταση.

Ωστόσο, η νέα πολιτική κατάσταση λειτούργησε σε βάρος μιας έντιμης αξιολόγησης του ιστορικού ρόλου του Τρότσκι. Μέσα στη «νέα» Ρωσία, ένας σημαντικός αριθμός σταλινικών αξιωματούχων - που είχαν προηγούμενως αποκηρύξει τον Τρότσκι σαν εχθρό της Οκτωβριανής Επανάστασης - μεταμορφώθηκαν σε παθιασμένους αντικομμουνιστές και αποκήρυξαν τον Τρότσκι επειδή είχε ηγηθεί της Οκτωβριανής Επανάστασης. Επιπλέον, η διάλυση της ΕΣΣΔ απάλλαξε τους πρώην κρατικούς και κομματικούς αξιωματούχους ακόμη και από μία τυπική δέσμευση προς τον μαρξικό σοσιαλισμό. Η Σταλινική ιδεολογία και πολιτική προοπτική ολοκλήρωσαν την φυσική τους εξέλιξη σε έναν αναμφίβολα εθνικιστικό Ρωσικό σωβινισμό. Ανάμεσα στα στοιχεία που προσέρχονται σε διαδηλώσεις στην Μόσχα, όπου οι εικόνες του Στάλιν υψώνονται δίπλα σε πανό ζωγραφισμένα με την φασιστική σβάστικα, η έχθρα προς τον Τρότσκι και τον σοσιαλιστικό διεθνισμό είναι o κρίσιμος δεσμός που ενώνει το πολιτικό τους παρελθόν και παρόν.

Αυτό το βιβλίο ενδιαφέρεται για ένα σχετικό αλλά ξεχωριστό φαινόμενο: την εμφάνιση, έξω από την πρώην Σοβιετική Ένωση, μιας νέας εκστρατείας ιστορικής πλαστογράφησης ενάντια στον Τρότσκι. Σε διάστημα λίγο περισσότερο από πέντε χρόνια, τρείς διακεκριμένοι Βρετανοί ιστορικοί - ο Ίαν Θάτσερ του Κολλεγίου Μπρουνέλ, ο Τζέφρι Σουέιν του Πανεπιστήμιου της Γλασκώβης και ο Ρόμπερτ Σέρβις του Κολλεγίου Σεντ Άντονις της Οξφόρδης - δημοσίευσαν βιογραφίες του Τρότσκι. Εφόσον τα έργα αυτά είχαν καταλήξει στα συμπεράσματα τους βασιζόμενα σε καλά θεμελιωμένα γεγονότα, η επιχειρηματολογία με τον Θάτσερ τον Σουέιν και τον Σέρβις θα ήταν γύρω από την ερμηνεία. Ωστόσο, οι βιογραφίες αποτελούν παρωδία των ιστορικών πηγών. Ούτε ένα από αυτά τα έργα δεν τηρεί το κοινά αποδεκτό επίπεδο για σοβαρή επιστημονική έρευνα. Αυτή η τρομακτική και ασυγχώρητη ατέλεια πηγάζει από τον θεμελιακό σκοπό αυτών των βιβλίων: να δυσφημίσουν τελείως τον Τρότσκι σαν ιστορική μορφή.

Σε ένα σύντομο απόφθεγμα ο Τσέχωφ αποδοκιμάζει την απολογητική στάση που επιτρέπει σε ψέματα, ιδιαίτερα αυτά που κυκλοφορούν για πολύν καιρό, να μένουν αναπάντητα. Η σωστή στάση είναι αυτή που δηλώνει ανοιχτά, «Αυτό είναι ψέμα, οπότε δεν πρέπει να υπάρχει.» Αυτή η στάση είναι ιδιαίτερα αναγκαία όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ψέματα για τα πλέον σημαντικά συμβάντα του εικοστού αιώνα. Ακόμη και αν απλά επρόκειτο για τα εσφαλμένα έργα τριών ιστορικών με ανεπαρκή εκπαίδευση, θα ήταν αναγκαίο να προστατεύσουμε τις ιστορικές πηγές από τον εξευτελισμό τους. Όμως εδώ, όπως και να είναι, συμβαίνει κάτι περισσότερο. Οι ιστορικοί δεν είναι αρχάριοι αλλά γνωστότατοι επαγγελματίες που κατέχουν θέσεις με κύρος σε μεγάλα Βρετανικά ιδρύματα. Οι βιογραφίες τους έχουν εκδοθεί και προωθηθεί απο μεγάλους εκδοτικούς οίκους στην Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Τα έργα τους έχουν δεχτεί, στο μεγαλύτερο μέρος, γεμάτα σεβασμό μέχρι και ενθουσιαστικά σχόλια. Οι περισσότερες από αυτές τις επευφημίες έχουν, ολοφάνερα, πολιτικά κίνητρα. Η εξομοίωση του Μαρξισμού με τον Σταλινισμό, που είναι ένα απαραίτητο στοιχείο της προσπάθειας για την δυσφήμιση του σοσιαλισμού και της δυνατότητας προσφοράς εναλλακτικής λύσης στον καπιταλισμό, διαψεύδεται από την ζωή και τις ιδέες του Λέων Τρότσκι. Επομένως, τόσο τα γεγονότα της ζωής του όσο και το περιεχόμενο των ιδεών του πρέπει να πλαστογραφηθούν. Αυτό το έργο της ιστορικής δυσφήμισης δεν απαιτεί πολλή πρωτοτυπία. Οι βιογράφοι των οποίων τα έργα εξετάζονται σε αυτό το βιβλίο αντλούν γενναιόδωρα μέσα από τα παλιά ψέματα της Σταλινικής γραφειοκρατίας ενάντια στον Τρότσκι. Ανακυκλώνουν τις συκοφαντίες του παρελθόντος γνωρίζοντας ότι μέσα στο κλίμα πνευματικής αντίδρασης που επικρατεί, απλά δεν υπάρχει κανένα κοινά αποδεκτό επίπεδο ακαδημαϊκής έρευνας σύμφωνα με το οποίο θα είναι υπόλογοι.

Λίγα λόγια για την οργάνωση αυτού του βιβλίου. Το πρώτο μέρος αποτελείται από δύο διαλέξεις που δόθηκαν το 2001 και το 2008 με θέμα την ιστορική σημασία του Τρότσκι. Το δεύτερο μέρος, που γράφτηκε το 2007, αποτελείται από μία εξέταση των βιογραφιών του Τρότσκι από τον Θάτσερ και τον Σουέιν. Όταν τελείωνα αυτό το έργο, δύσκολα φανταζόμουνα ότι μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια θα ήμουν πάλι αναγκασμένος να αναιρέσω μία ακόμη άσκηση ιστορικής πλαστογράφησης. Αυτή ακριβώς όμως ήταν η δυσάρεστη πρόκληση που προέκυψε με την δημοσίευση της βιογραφίας του Τρότσκι από τον καθηγητή Σέρβις το φθινόπωρο του 2009. Η ανάλυση μου για αυτό το βιβλίο εκτυλίχθηκε κατά την διάρκεια αρκετών μηνών. Η αρχική ανασκόπηση, που δημοσιεύτηκε στο World Socialist Web Site τον Νοέμβρη του 2009, ακολουθήθηκε από τρεις διαλέξεις. Η πρώτη διάλεξη δόθηκε στο Λονδίνο τον Δεκέμβρη του 2009, η δεύτερη στο Σύδνεϋ της Αυστραλίας τον Φλεβάρη του 2010 και η τρίτη στο Κολλέγιο Σεντ Κάθρηνς της Οξφόρδης τον Μάη του 2010. Η ανασκόπηση και οι τρεις διαλέξεις αποτελούν το τρίτο μέρος αυτού του τόμου. Αν και υπάρχει αναπόφευκτα κάποιο επαναλαμβανόμενο υλικό σε αυτές τις παρουσιάσεις, ο εκτεταμένος χαρακτήρας των πλαστογραφήσεων του Σέρβις με κατάστησε ικανό να μιλήσω και να γράψω σε έκταση για την βιογραφία του χωρίς υπερβολική επανάληψη.

 

(1) Αναφέρεται από τον Τρότσκι στο "The Stalin School of Falsification" (London: New Park, 1974) σελ. 69-70

(2) J. V. Stalin, "Trotskyism or Leninism,"- στο On the Opposition (Peking: Foreign Language Press, 1974), σελ. 110.

(3) The Stalin School of Falsification, σελ. xiii.

(4) I Stake My Life, Ομιλία του Λέων Τρότσκι, 9 Φλεβάρη 1937 (New York: Labor Publications, 1977), σελ. 26.